The McCullen Tale part5

VI
Το ταξίδι

 Ο φθινοπωρινός ήλιος μετά βίας φώτισε την σπηλιά. Έκανε πάρα πολύ κρύο, άλλα έτσι όπως ήταν αγκαλιασμένοι δεν τον ενδιέφερε. Ακόμα σκεφτόταν τα χθεσινά νέα. Αυτή ήταν η τελευταία μέρα που θα περνούσαν μαζί. Προσπάθησε να διώξει την σκέψη αυτή από το μυαλό του, τον αγκάλιασε πιο δυνατά και ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα. Ο Ιλλάριος ξύπνησε απότομα.


- Σταμάτα να κλαίς Όσρικ, δεν αλλάζει πλέον, δέξου το σαν άντρας.
- Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να φύγεις.
- Σου είπα,δεν υπάρχει μέλλον για εμένα εδώ.

 Η φράση αυτή τον τσάκισε ακόμα περισσότερο. Δεν πίστευε ότι ο Ιλλάριος θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Πως μπορεί να σκέφτεται έτσι; Ένιωσε μόνος. Ντύθηκε και βγήκε από την σπηλιά. Στο δρόμο της επιστροφής κανείς δεν μιλούσε. Λίγο πριν την είσοδο του χωριού κοντοστάθηκαν.

-Όσρικ, δεν θέλω να έρθεις να με χαιρετήσεις. Οι γονείς μου κάτι έχουν καταλάβει. Θα ήταν καλό να χαιρετηθούμε εδώ για τελευταία φορά.
-Τουλάχιστον πες μου γιατί φεύγεις . Αν με αγάπησες ποτέ πες μου αυτό τουλάχιστον.
Ο Ιλλάριος τον κοίταξε στα μάτια
- Έχω αμαρτήσει Όσρικ. Φεύγω για να σώσω την ψυχή μου. Αυτό που συμβαίνει ανάμεσα μας είναι ανήθικο.
- Από πότε η αγάπη είναι αμαρτία ; Δεν τα πιστεύεις όλα αυτά. Ο μπάσταρδος ο πατέρας σου στα λέει αυτά.
- Πρόσεχε πως μιλάς για τον πατέρα μου. Μισώ τον εαυτό μου για αυτό που κατάντησα. Μισώ και εσένα για αυτό που μου έκανες. Αντίο, εύχομαι κάποια στιγμή να καταλάβεις τον βούρκο στον οποίο βρίσκεσαι. Εγώ τουλάχιστον κατάλαβα. Για αυτό φεύγω.

Αυτά ήταν τελευταία του λόγια . Ο Όσρικ έμεινε βουβός καθώς τον έβλεπε να απομακρύνεται. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Ούτε ήθελε. Κατευθύνθηκε προς το πανδοχείο. Ήταν ακόμα πρωί και η αίθουσα ήταν άδεια. Μόνο ο κύριος McCormack που ροχάλιζε σε μια πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι και ο μικρός γιός του. Κάθισε σε ένα απόμακρο τραπέζι για να αποφύγει τους θαμώνες που θα άρχιζαν να έρχονται από λεπτό σε λεπτό. Παρήγγειλε μια μπύρα, μετά μια δεύτερη. Πώς μπόρεσε να τον προδώσει ο άνθρωπος που αγαπούσε όσο τίποτα στον κόσμο ; Και γιατί δεν του το είπε νωρίτερα ; Γιατί έπρεπε να φύγει έτσι; Όσο έπινε, τα ερωτήματα πλήθαιναν μέχρι που το βάρος τους ήταν πολύ μεγάλο. Το απόγευμα που ξύπνησε πάλι το πανδοχείο ήταν γεμάτο κόσμο. Άφησε δύο νομίσματα και τρεκλίζοντας βγήκε έξω. Αρχικά δεν θυμόταν τι είχε συμβεί, μετά από λίγο όμως, όλα όσα είχαν γίνει ξαναγέμισαν το κεφάλι του. Ασυναίσθητα άρχισε να κατηφορίζει το δρόμο προς το σπίτι του Ιλλάριου. Δεν ήξερε σε τι ήλπιζε. Το πλοίο του Ιλλάριου έφευγε το μεσημέρι και πλέον ήταν σούρωπο. Συνέχισε να περπατάει.

Μετά από λίγο το αγροτόσπιτο που έψαχνε εμφανίστηκε μπροστά του. Άνοιξε την εξώπορτα και κατευθύνθηκε προς την είσοδο του σπιτιου. Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε το λόγο. Χτύπησε την παλιά ξύλινη πόρτα. Από πίσω άκουσε βήματα και μετά από λίγο αντίκρισε τον κύριο Φρανσουά. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν . Κανείς δεν χαιρόταν που έβλεπε τον άλλον.

- Τι θές εδώ;
- Ήρθα να πάρω απαντήσεις.

Ο Όσρικ έκανε να μπεί στο σπίτι, άλλα ο μεσήλικας άντρας τον έσπρωξε έξω

- Δεν θα σε αφήσω να μολύνεις ολόκληρο το σπιτικό μου. Με ανάγκασες να διώξω τον γιό μου. Φύγε παλιοβρωμιάρη.

Ο κύριος Φρανσουά έκανε να κλείσει την πόρτα αλλά ο Όσρικ τον πρόλαβε. Με περίσσια δύναμη άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι ρίχνοντας τον στο πάτωμα.

“Που τον έστειλες ; Πες μου που τον έστειλες.” φώναξε ο Όσρικ.
“Στην Γαλλία, στην χώρα του, να γίνει άντρας, να γίνει πολεμιστής. Κάτι που δεν θα γίνεις ποτέ εσύ,έκτρωμα.”

είπε ο κύριος Φρανσουά και σηκώθηκε.

Ο Όσρικ δεν περίμενε ούτε δευτερόλεπτο, ήταν μεθυσμένος και γεμάτος μίσος για αυτόν τον άνθρωπο. Έτρεξε καταπάνω του και του δάγκωσε το αυτί. Ένιωσε το στόμα του να πλημμυρίζει αίμα καθώς ο κωλόγερος ούρλιαζε από πόνο. Εκείνη την στιγμή η κυρία Μιράντα βγήκε από την κουζίνα. Το θέαμα ήταν φρικτό, άρχισε να ουρλιάζει. Του είχε ξεριζώσει το αυτί . Τον έπιασε από τον γιακά και τον πέταξε με το κεφάλι στη φωτιά που μόλις είχε φουντώσει στο τζάκι. Ο κύριος Φρανσουά καιγόταν, αλλά ο Όσρικ δεν ένιωθε ικανοποιημένος. Γευόταν το αίμα στο στόμα του , το θανατικό δεν θα τελείωνε εδώ. Είδε την Μιράντα να προσπαθεί να σώσει το άντρα της πετόντας την φλωκάτη πάνω του. Κινήθηκε προς το μέρος της, την έπιασε από τα μαλλιά και την έσυρε στην αυλή.Ένα τσεκούρι ήταν καρφωμένο σε έναν κομμένο κορμό.Το πήρε και την χτύπησε στο στέρνο με όλη του την δύναμη, χωρίς κανέναν δισταγμό. Έβγαλε το τσεκούρι απο το αιμόφυρτο σώμα της, το πέταξε στο χώμα και ξαναμπήκε στο σπίτι .Μπροστά απο το τζάκι κειτόταν ο κύριος Φρανσουά σε μια λίμνη αίματος και με καμμένο το προσωπό του. Έμεινε να κοιτάζει το σφαγείο που είχε δημιουργήσει με το μυαλό του ζαλισμένο απο το ποτό και το αίμα. Τι είχε κάνει;